Αύριο η απόφαση για την αναπομπή του νομοθετήματος για την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου στην Αστυνομία

Print Friendly and PDF

Το θέμα της αναπομπής, εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας, του νομοθετήματος για τη σύσταση και τη λειτουργία της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου στην Αστυνομία Κύπρου, εξέτασε σήμερα έκτακτα η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών, στην παρουσία του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Ιωνά Νικολάου, με τις κοινοβουλευτικές ομάδες να επιφυλάσσονται να τοποθετηθούν επί του θέματος κατά την αυριανή συνεδρία της Ολομέλειας της Βουλής.

Η Ολομέλεια θα αποφασίσει αύριο κατά πόσο θα αποδεχθεί ή όχι τη συγκεκριμένη αναπομπή, το σκεπτικό της οποίας δεν αφορά λόγους αντισυνταγματικότητας, αλλά λόγους, που κατά τον ίδιο τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, έχουν να κάνουν με την αλλοίωση του σκοπού του νομοθετήματος.

Ο αναπεμφθείς νόμος κατατέθηκε στη Βουλή στις 8 Δεκεμβρίου του 2017, ενώ σύμφωνα με επιστολή του Προέδρου Αναστασιάδη στις 22 Δεκεμβρίου του 2017 προς τον Πρόεδρο της Βουλής, γίνεται εισήγηση όπως η Βουλή μην εμείνει στην απόφασή της, αποδεχόμενη την αναπομπή.

Στην απόφασή του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ουσιαστικά εκφράζει τη διαφωνία του με τις τροπολογίες που τροποποίησαν το νομοσχέδιο και οι οποίες αφορούν τη διενέργεια ερευνών και κατασχέσεων κατόπιν έκδοσης δικαστικού εντάλματος.

Πρόκειται για τροπολογίες που είχαν εισαχθεί, ουσιαστικά, με στόχο τη δημιουργία πλέγματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των πολιτών.

Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι οι τροπολογίες που προστέθηκαν στο νομοσχέδιο αλλοιώνουν το πνεύμα και το σκοπό του, ο οποίος είναι η πάταξη της διαφθοράς στην Αστυνομία, καθώς αφαιρούν ουσιαστικές εξουσίες από την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου.

Σε δηλώσεις του, μετά τη συνεδρία ο Υπουργός Δικαιοσύνης τόνισε τη σημασία του να παραχωρηθούν διά νόμου οι απαραίτητες αρμοδιότητες στην Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας για να έχει τη δυνατότητα προληπτικής και κατασταλτικής διερεύνησης φαινομένων διαφθοράς.

«Με αποφασιστικότητα προχωρήσαμε στην ετοιμασία του νομοσχεδίου για τη σύσταση της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου στην Αστυνομία, γνωρίζοντας και πιστεύοντας ότι μια τέτοια Υπηρεσία για να μπορέσει να ασκήσει πραγματικό και κυρίως, προληπτικό έλεγχο πρέπει να έχει τις ανάλογες εξουσίες. Δεν είναι αρκετό να λειτουργεί μόνο κατασταλτικά και να τρέχουμε πίσω από τα γεγονότα», είπε ο κ. Νικολάου.

Είπε ότι «όπως ψηφίστηκε ο Νόμος, οι αρμοδιότητες και εξουσίες της Υπηρεσίας περιορίστηκαν σημαντικά και ουσιαστικά κουτσουρεύτηκαν», για να προσθέσει πως τα μέλη της Υπηρεσίας, χωρίς δικαστικό ένταλμα δεν θα μπορούν να προβαίνουν στις έρευνες που μπορούν να γίνουν για οποιαδήποτε άλλα αδικήματα».

Ανέφερε ακόμα ότι «ο ισχυρισμός ότι προστατεύονται τα δικαιώματα των μελών της Αστυνομίας με την παραπομπή και απαίτηση να εκδοθεί δικαστικό διάταγμα, στην ουσία δεν μπορεί να ισχύσει, γιατί τα ίδια ακριβώς που προβλέπονταν στο νομοσχέδιο απαιτούνταν – δηλαδή χωρίς δικαστικό ένταλμα – για τη διερεύνηση οποιουδήποτε άλλου αδικήματος».

«Δηλαδή, εννοούν ότι θα πρέπει να προστατευτούν περισσότερο τα δικαιώματα των μελών της Αστυνομίας, στο βαθμό εκείνο που δεν προστατεύονται των άλλων πολιτών; Ακόμα και για τη διενέργεια άλκοτεστ και νάρκοτεστ, όπως διαμορφώθηκε το νομοσχέδιο απαιτείται δικαστικό διάταγμα. Καταργείται δηλαδή, ο αιφνιδιασμός που ήταν ένας από τους σκοπούς της Υπηρεσίας αυτής. Γιατί επιδεικνύεται τόση ευαισθησία για υποθέσεις διαφθοράς που δυνατόν να εμπλέκονται αστυνομικοί, ενώ για τους υπόλοιπους πολίτες δεν συμβαίνει το ίδιο;», διερωτήθηκε.

Ανέφερε, επίσης, πως με το Νόμο αυτό, η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου, θα πρέπει να λειτουργήσει σαν ασπίδα προστασίας προς τα μέλη της Αστυνομίας από τη διαφθορά. Αυτή την ασπίδα, δεν μπορούμε να την αφήσουμε διάτρητη. Δεν μπορεί να αφήνεται η διάπραξη αδικήματος διαφθοράς γιατί δεν επιτρέπεται ο προληπτικός έλεγχος.

Όπως πρόσθεσε «η απαίτηση να εκδίδεται δικαστικό διάταγμα στην ουσία καθιστά ανενεργή την οποιαδήποτε δυνατότητα πρόληψης», για να συμπληρώσει ότι «περιορίζεται η Υπηρεσία μόνο στις περιπτώσεις που θα υπάρξει η διάπραξη αδικήματος».

«Εάν δεν παραχωρηθούν διά νόμου οι απαραίτητες αρμοδιότητες στην Υπηρεσία αυτή, θα έχουμε την ίδια κατάληξη με την παρόμοια υπηρεσία που συγκροτήθηκε το 2009, με την Διεύθυνση Επιθεώρησης και Ελέγχου, που στην ουσία δεν είχε καμία αρμοδιότητα, παρά μόνο όταν υπήρχε διάπραξη αδικήματος», πρόσθεσε ο Υπουργός Δικαιοσύνης.

Ο κ. Νικολάου είπε ότι ενώπιον της Επιτροπής προέβη σε διάφορες επισημάνσεις, υπήρξε ουσιαστικός διάλογος και ζήτησε όπως προστατευτεί ο σκοπός για τον οποίο ετοιμάστηκε το νομοσχέδιο και οι αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου.

«Θέλω να πιστεύω ότι στο τέλος θα επικρατήσει ο υπέρτατος σκοπός για τον οποίο γίνεται αυτή η Υπηρεσία, δηλαδή η δυνατότητα προληπτικής και κατασταλτικής διερεύνησης φαινομένων διαφθοράς σε ένα Σώμα, στο οποίο διακρίνονται οι εξουσίες και αρμοδιότητες καθώς και η επικινδυνότητα που διατρέχουν τα μέλη σε περιπτώσεις διάπραξης αδικημάτων διαφθοράς», κατέληξε.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών, Γιώργος Γεωργίου, δήλωσε ότι αναμφίβολα η Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου, που για πρώτη φορά νομοθετικά θα υπάρξει έχει ως βασικό στόχο την καταπολέμηση της διαφθοράς στην αστυνομία, για να προσθέσει ότι «με βάση το νομοσχέδιο, αλλά και τις σχετικές τροπολογίες που έχουν γίνει, ανεξαρτήτως αν αναπέμπονται τώρα από τον ΠτΔ, ναι δίνονται ισχυρά όπλα στην αστυνομία και στη λειτουργία Επιτροπής όντως να πατάξει τη διαχρονική διαφθορά στην αστυνομία».

«Μέσα από τις τροπολογίες, που έχουν επέλθει, ουσιαστικά καθίσταται ο νόμος που έχουμε ψηφίσει αυστηρότερος και από την υπάρχουσα νομοθεσία», σημείωσε.

Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Άριστος Δαμιανού, είπε ότι κατά τη σημερινή συζήτηση ουσιαστικά υπήρξε επανάληψη σε μεγάλο βαθμό της συζήτησης που είχε γίνει κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου, για να σημειώσει πως «δεν ακούστηκαν διαφορετικά πολιτικά επιχειρήματα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, παρά μόνο διαφορετικές πολιτικές και φιλοσοφικές προσεγγίσεις στον τρόπο εφαρμογής της νομοθεσίας».

«Η δική μας θέση», πρόσθεσε, «ήταν και παραμένει σταθερή. Όπλα ναι να δοθούν για την αντιμετώπιση του φαινομένου της διαφθοράς και διαπλοκής στο αστυνομικό σώμα, αλλά αυτά τα όπλα πρέπει να κινούνται πάντοτε στα πλαίσια της νομιμότητας και του συντάγματος».

Είπε ακόμα ότι «κάποια επουσιώδη ζητήματα είμαστε έτοιμοι να τα συζητήσουμε, αλλά δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο υπάρχει αυτή η προσέγγιση από πλευράς του Υπουργείου», συμπληρώνοντας ότι «αυτό το νομοθέτημα για την πάταξη της διαφθοράς στην αστυνομία δεν μπορεί να λειτουργήσει ως η κολυμβήθρα του Σιλωάμ μέσα στην οποία θα αναβαπτιστούν όλες οι ανεπάρκειες, οι αδυναμίες και οι σκοπιμότητες που παρουσιάζονται σε σχέση με φαινόμενα διαπλοκής και διαφθοράς στο αστυνομικό σώμα».

Πρόσθεσε επίσης πως «δεν μπορεί το νομοθέτημα από μόνο του να λύσει προβλήματα αν δεν υπάρχει η αναγκαία πολιτική και θεσμική βούληση από όλες τις πλευρές».

Η βουλευτής του ΔΗΚΟ, Χριστιάνα Ερωτοκρίτου, είπε πως το κόμμα της είναι πάντοτε υπέρ οποιωνδήποτε μέτρων, για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς, ειδικότερα σε σώματα ασφαλείας του κράτους, όπως είναι η αστυνομία.

Ωστόσο, σημείωσε πως την ίδια στιγμή είναι υπέρ ενός ευνομούμενου κράτους, για να σημειώσει ότι «θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα και να δοθούν εκείνα τα μέτρα στην αστυνομία έτσι ώστε να προλαμβάνει και να καταπολεμεί θέματα διαφθοράς, την ίδια στιγμή όμως το κράτος δικαίου σαν οριζόντιος κανόνας επιβάλλει τον έλεγχο από τη δικαστική εξουσία της ορθότητας και της νομιμότητας των ενεργειών αυτών».

«Θεωρούμε ότι η σύμπραξη, βοήθεια και ο έλεγχος του δικαστικού σώματος σε αυτή τη διαδικασία καθώς και της δικαιοσύνης είναι προς το καλώς νοούμενο συμφέρον και της κοινωνίας αλλά και των σκοπών που η κυβέρνηση θέλει να εξυπηρετήσει που είναι πρόληψη και η πάταξη της διαφθοράς», είπε.

Δήλωσε, τέλος, ότι το ΔΗΚΟ «δεν θα κάνει αποδεκτή την αναπομπή του νόμου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας».

Ο βουλευτής της ΕΔΕΚ, Κώστας Ευσταθίου, έκανε λόγο για «ένα πολύ σοβαρό ζήτημα» που αφορά στον τρόπο λειτουργίας της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας αλλά και τις εξουσίες που έχει αυτή η Υπηρεσία αναφορικά στα ανθρώπινα και υπηρεσιακά δικαιώματα των μελών της αστυνομίας.

Όπως ανέφερε «είναι ζητήματα πολύ σοβαρά και δεν πρέπει να τα περνούμε αβρόχοις ποσί, είναι ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας, της καλής λειτουργίας της αστυνομίας΄».

Είπε πως οι θέσει που ανέπτυξε ο Υπουργός πάρα πολλές από αυτές δεν βρίσκουν σύμφωνο το κόμμα του, για να σημειώσει πως η ΕΔΕΚ θα εξετάσει το θέμα αργότερα σήμερα και θα καταλήξει στην αυριανή Ολομέλεια.

 

 

Πηγή: ΚΥΠΕ

Print Friendly, PDF & Email