Γιατί οι αγορές δεν θα βρουν «παρηγοριά» στην ισχυρή οικονομία

Print Friendly and PDF

 

Του John Plender

Ο φόβος της μεγάλης ύφεσης έχει επιτέλους περάσει. Αυτό είναι σίγουρα το μήνυμα που υπονοείται από την νευρική αντίδραση της αγοράς ομολόγων στην απρόσμενη επιτάχυνση της αύξησης της μέσης ωριαίας αμοιβής των εργαζομένων στις ΗΠΑ που αποκαλύφθηκε αυτό το μήνα.

Στην εσχάτως αδύναμη αγορά ομολόγων οι επενδυτές ήδη απαιτούσαν αυξημένη αποζημίωση για να πάρουν το ρίσκο της διάρκειας. Η τελευταία ανατροπή επιβεβαιώνει απλώς ότι ο πληθωρισμός έχει αντικαταστήσει τον αποπληθωρισμό ως η μεγαλύτερη αντιληπτή απειλή για τα αμερικανικά ομόλογα. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου λιγότερα κρατικά IOUs έχουν τώρα αρνητικά επιτόκια.

Η αντίδραση της αγορά μετοχών στην προοπτική υψηλότερου κόστους δανεισμού ήταν εντυπωσιακά δυστυχής. Δεδομένου όμως ότι το 2017 ήταν η πρώτη χρονιά που ο S&P 500 δεν κατάφερε να υποχωρήσει πάνω από 3% τουλάχιστον μια φορά, η απόδειξη ότι οι μετοχές δεν αγνοούν επ’ αόριστο τη βαρύτητα δεν αποτελεί σοκ. Η διόρθωση είχε καθυστερήσει.

Υπάρχουν κίνδυνοι όταν δίνεις υπερβολική σημασία στα μεγέθη ενός μήνα, αλλά με την ανεργία στο πολύ χαμηλό επίπεδο του 4,1% και τον μισθολογικό πληθωρισμό επιτέλους να αυξάνει, πρέπει να υπάρχει πιθανότητα η «χαλάρωση» στην οικονομία να έχει σε μεγάλο βαθμό εξαλειφθεί. Ακολουθεί το ότι η αύξηση της παραγωγής μπορεί τώρα να βρει αντανάκλαση σε μισθολογικά κέρδη. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να βοηθήσει σε αυξημένη ζήτηση.

Μια υγιής πτυχή της αύξησης των αποδόσεων των ομολόγων και του ακόμα υψηλού επίπεδου μετοχικών αποτιμήσεων είναι ότι οι δείκτες φερεγγυότητας των συνταξιοδοτικών ταμείων είχαν μια καλοδεχούμενη ώθηση. Η εφαρμογή υψηλότερου προεξοφλητικού επιτοκίου (discount rate) στις υποχρεώσεις ενώ απολαμβάνεις ανύψωση της αξίας του ενεργητικού είναι η απάντηση στις προσευχές των μάνατζερ συνταξιοδοτικών ταμείων σε ένα κόσμο χαμηλών επιτοκίων. Αυτό θα αφαιρέσει κάποια πίεση από τις επιχειρήσεις που τα χρηματοδοτούν σε μια στιγμή που πολλοί θα εξετάζουν το ενδεχόμενο αυξημένων επενδύσεων σε πάγια περιουσιακά στοιχεία.

Στη Μεγάλη Βρετανία, επί του παρόντος η χρηματοδότηση απολαμβάνει επιπλέον ώθηση λόγω της σταθερής ροής των μελών συστημάτων συνταξιοδότησης που επωφελούνται από μια πρόσφατη αλλαγή κανόνων που τους επιτρέπει το «transfer out» (σ.σ. έξοδο από ένα σύστημα παροχών με αντάλλαγμα μετρητά που επενδύονται σε άλλο συνταξιοδοτικό πρόγραμμα).

Αυτό βελτιώνει τους δείκτες κάλυψης των ασφαλιστικών ταμείων -το ποσοστό των υποχρεώσεων που αντιστοιχούνται πλήρως-, κάτι που είναι καλό νέο που παραμένουν. Όπως επίσης και η πρόσφατη μείωση των παραδοχών μακροζωίας.

Ένα περαιτέρω σημάδι επιστροφής στην κανονικότητα είναι η επανεμφάνιση της μεταβλητότητας μετά από μια μακρά περίοδο που ήταν εμφανώς απούσα, κάτι χρήσιμο αν ανησυχείς ότι η χαμηλή μεταβλητότητα ενθαρρύνει την «αυταρέσκεια» και κάνει το χρηματοπιστωτικό σύστημα περισσότερο ευάλωτο σε σοκ.

Υπάρχουν παρ’ όλ’ αυτά προβληματισμοί για το που πάμε από εδώ και πέρα. Μέρος της αναστάτωσης στις αγορές ομολόγων σχετίζεται με το αντίκτυπο του δημοσιονομικού δώρου του Ντόναλντ Τραμπ προς τον εταιρικό τομέα. Το «Tax Cuts and Jobs Act» είναι ξεκάθαρα καλό για τα επιχειρηματικά κέρδη αλλά αυξάνει επίσης το κυβερνητικό έλλειμμα και το ήδη υψηλό χρέος.

Σε μια ομιλία τον προηγούμενο μήνα ο William Dudley, πρόεδρος της Fed Νέας Υόρκης ανησυχούσε ότι το μακροπρόθεσμο δημοσιονομικό βάρος της χώρας αυξήθηκε όταν η κυβέρνηση αντιμετώπισε υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και δαπάνες που απορρέουν από δικαιώματα καθώς η γενιά του baby boom συνταξιοδοτείται. Χαρακτήρισε το υφιστάμενο δημοσιονομικό μονοπάτι «μη βιώσιμο» και θεώρησε ότι η αρνητική δυναμική της φορολογικής νομοθεσίας θα αντισταθμίσει τις ευνοϊκές άμεσες συνέπειες που θα μπορούσε να έχει το πακέτο σε κεφαλαιακές δαπάνες και δυνητική παραγωγή. Αυτή η καταδικαστική ετυμηγορία έρχεται από έναν από τους πιο σεβαστούς κεντρικούς τραπεζίτες.

Την ίδια στιγμή υπάρχει έδαφος για ανησυχία αναφορικά με τον πιστωτικό κύκλο στον οποίο το ρίσκο είναι εμφανώς λάθος τιμολογημένο. Αυτό είναι εν μέρει παράγωγο της διαρκούς αναζήτησης απόδοσης. Όταν σχεδόν κάθε επένδυση μοιάζει ακριβή οι επενδυτές τείνουν να αντιδρούν αναλαμβάνοντας περισσότερο ρίσκο. Αυτό είναι προφανής αλήθεια στην αγορά χρέους των αναδυόμενων, όπου μια σειρά πτωχευμένων, όπως η Αργεντινή, μπορούν να εκδώσουν 100ετής τίτλους και να διαπιστώσουν ότι υπάρχει υπερκάλυψη.

Στον αναπτυγμένο κόσμο οι ανωμαλίες είναι λιγότερο ακραίες. Κι’ όμως, είναι εντυπωσιακό, για παράδειγμα ότι στις αρχές αυτής της εβδομάδας η απόδοση του ιταλικού 10ετούς ήταν μόλις πάνω από 2%, ενώ για το αντίστοιχο αμερικανικό ήταν πάνω από 2,7%, μια φαινομενικά περίεργη ετυμηγορία με βάση την ανάπτυξη και το χρέος των δυο οικονομιών. Και στην αγορά εταιρικού χρέους υψηλής απόδοσης, η συμπίεση της απόδοσης έχει φτάσει στο σημείο που στους επενδυτές προσφέρονται σοβαρά ανεπαρκείς αποζημιώσεις για τον κίνδυνο πτώχευσης. Στον τραπεζικό τομέα, εν τω μεταξύ, οι δανεικές εξασφαλίσεις (covenants) έχουν διαβρωθεί πολύ, όπως πριν την κρίση του 2007.

Ετσι, ενώ η παγκόσμια οικονομία δείχνει στέρεα και τα συνταξιοδοτικά ταμεία καλύτερα τοποθετημένα, οι αποτιμήσεις στις περισσότερες αγορές δείχνουν ακόμα «υπερτεντωμένες» και υπάρχουν ανησυχητικές ενδείξεις μπροστά μας για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Μια αμυντική στάση σε τόσο καθυστερημένο στάδιο στον κύκλο θα πρέπει να έχει αξία. Το πρόβλημα για τους επενδυτές είναι ότι με τα μετρητά να προσφέρουν ελάχιστη απόδοση η αμυντική κίνηση δίνει την αίσθηση ότι είναι «πολύ ακριβή».

Πηγή: euro2day.gr

Print Friendly, PDF & Email