Η Τουρκία, το Αφρίν και η ρήξη των δεσμών με τη Δύση

Print Friendly and PDF

 

του David Gardner

Η επίθεση της Τουρκίας στον κουρδικό θύλακα Αφρίν στην βορειο-δυτική Συρία είναι μια επίθεση μέλους του ΝΑΤΟ σε έναν πολύτιμο σύμμαχο των ΗΠΑ. Οι Λαϊκές Μονάδες Προστασίας (YPG), οι συριακές κουρδικές πολιτοφυλακές πρωτοστάτησαν στην μάχη κατά του ISIS και του χαλιφάτου του από το 2014.

Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς αν η Άγκυρα επιδεικνύει ειρωνική διάθεση όταν αποκαλεί την επέμβαση της «Επιχείρηση Κλαδί Ελιάς» ή απλά προσπαθεί να καμουφλάρει την ανοιχτή επιθετικότητα του Τούρκου προέδρου, Ρεσέπ Ταγίπ Ερντογάν. Αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία πως η επιχείρηση είναι δυσοίωνη, για τη Συρία, τους Κούρδους, την Τουρκία και τη Δύση.

Εκτός από το άνοιγμα ενός νέου μετώπου στον επταετή εμφύλιο πόλεμο της Συρίας, η σύγκρουση αυτή καταδεικνύει τρία πράγματα: α) η Τουρκία φαίνεται αποφασισμένη να καταπνίξει την αυτό-διοικούμενη κουρδική οντότητα στη βόρεια Συρία, κατά μήκος των νότιων συνόρων της β) η αποξένωση της Άγκυρας από τις ΗΠΑ και τη Δύση είναι πολύ βαθιά και γ) εν μέρει εξαιτίας αυτού η Τουρκία έρχεται πιο κοντά στη Ρωσία και γίνεται πιο εξαρτημένη από αυτήν.

Ο πρόεδρος Ερντογάν και η κυβέρνηση του επικρίνουν εδώ και καιρό την στήριξη των ΗΠΑ στο YPG κατά του ISIS ως μια απαράδεκτη χρήση μιας τρομοκρατικής οργάνωσης κατά μιας άλλης. Πολλά από τα κορυφαία μέλη της συριακής κουρδικής οργάνωσης έχουν δεσμούς με το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK), το οποίο έχει ξεκινήσει εδώ και τρεις δεκαετίες μια εξέγερση στην νοτιο-ανατολική Τουρκία και έχει χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε.

Η Άγκυρα παρακολουθεί με σχεδόν υπαρξιακό τρόμο την ανάπτυξη του δυτικού Κουρδιστάν κάτω από τα σύνορα της, όπου αυτές οι συριακές κουρδικές δυνάμεις έχουν καταλάβει περίπου το ένα τέταρτο της Συρίας κατά τη διάρκεια του πολέμου του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσσαντ κατά μιας κυρίως σουνιτικής εξέγερσης.

Το 2016 ξεκίνησε την Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη στη βόρεια Συρία για να εμποδίσει το YPG από το να εξαπλωθεί και δυτικά του Ευφράτη. Την περασμένη χρονιά, οι στηριζόμενες από τις ΗΠΑ, Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), με το YPG ως τη στρατιωτική ραχοκοκαλιά και το πολιτικό νευρικό σύστημα, κατέλαβαν την Ράκα, την «πρωτεύουσα» του ISIS στη Συρία και στη συνέχεια πέρασαν στην κοιλάδα του Ευφράτη.

Η υπομονή της Τουρκίας εξαντλήθηκε αυτόν τον μήνα, όταν ο συνασπισμός κατά του ISΙS ανέφερε πως δημιουργεί μια δύναμη 30.000 μαχητών για την προστασία των συνόρων στη βορειο-ανατολική Συρία, η οποία χτίστηκε γύρω από το SDF. Στα μάτια της Άγκυρας αυτό προσφέρει στο YPG ένα μόνιμο δικαίωμα κτήσης στα εδάφη που έχει αποκόψει. Ο κ. Ερντογάν υποσχέθηκε να «καταπνίξει» και να «στραγγαλίσει» αυτόν τον «στρατό του τρόμου πριν γεννηθεί» και εισέβαλε στο Αφρίν το περασμένο Σαββατοκύριακο.

Ο Τούρκος πρόεδρος και το νέο-ισλαμιστικό κόμμα του, που βρίσκεται στην εξουσία για 15 χρόνια, είναι σε μια διαρκή εκλογική επιφυλακή, προσελκύοντας σκληροπυρηνικούς εθνικιστές ψηφοφόρους για να επιταχύνουν την πορεία του προς την απόλυτη κυριαρχία. Αλλά η τουρκική οργή κατά της Αμερικής είναι πραγματική και πολύ βαθιά, μετά την άρνηση των ΗΠΑ να απελάσουν τον Φετουλάχ Γκιουλέν, τον ισλαμιστή κληρικό με έδρα την Πενσυλβάνια (και πρώην εταίρο του Ερντογάν) τον οποίο η Άγκυρα κατηγορεί για την απόπειρα πραξικοπήματος το 2016. Το ποτήρι ξεχείλισε όταν πρόσφατα δικαστήριο στη Νέα Υόρκη, βρήκε εμπλοκή Τούρκων σε συνωμοσία για την αποφυγή αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν. Ο κ. Ερντογάν δεν κραδαίνει κλαδί ελιάς.

Το Αφρίν ωστόσο είναι δυτικά του Ευφράτη, όπου τον εναέριο χώρο ελέγχει η Ρωσία και όχι οι ΗΠΑ, από τότε που έστειλε αεροπορικές δυνάμεις στη Συρία το 2015 για να στηρίξει το καθεστώς του Άσσαντ. Η επίθεση του κ. Ερντογάν με άλλα λόγια, ξεκίνησε μόνο αφότου έλαβε την έγκριση της Μόσχας – οι κορυφαίοι αξιωματούχοι της Άγκυρας ήταν εκεί την προηγούμενη εβδομάδα.

Ο πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν έχει βρει σκόπιμη την κωλυσιεργία με το YPG: ως μοχλό πίεσης έναντι των ΗΠΑ και της Τουρκίας και επίσης για να ελέγξει τον Σύρο πελάτη του, τον κ. Άσσαντ. Οπότε είναι πολύ πιθανό η τουρκική επιχείρηση να είναι περιορισμένης έκτασης.

Η Άγκυρα ωστόσο μπορεί να μυριστεί κάποια ευκαιρία. Η προσπάθεια της αυτόνομης κυβέρνησης του Ιρακινού Κουρδιστάν για ανεξαρτησία τον περασμένο Σεπτέμβριο – την οποία αποκήρυξε όχι μόνο η Τουρκία, το Ιράν, η Συρία και το Ιράκ, αλλά και οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η Ε.Ε. – είχε καταστροφικό τέλος. Οδήγησε επίσης στο να καταλάβουν περιοχές των Κούρδων ιρακινές δυνάμεις υπό την στήριξη του Ιράν. Μετά από τρία χρόνια γεωπολιτικής εύνοιας, ως το όπλο κατά του ISIS, οι Κούρδοι της περιοχής μπορεί να βρεθούν σε δυσμένεια, ειδικά αν οι Σύροι Κούρδοι πάνε πιο μακριά από όσο πρέπει.

Αλλά και πάλι, παρά την επίδειξη στρατιωτικής ισχύος, η Τουρκία δείχνει εύθραυστη. Είναι ωστόσο δύσκολο να μαντέψει κανείς τις κινήσεις του Πούτιν, αυτό μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο μια δική του παράσταση παρά του Ερντογάν.

Η Ρωσία δεν είναι η μόνη που θέλει η Τουρκία – η οποία στήριζε για καιρό ισλαμιστικές ομάδες στη Συρία – να βοηθήσει να ξεκαθαρίσει η κατάσταση στην επαρχία Ιντλίμπ στη βορειο-δυτική Συρία, όπου παραμένουν περίπου 30.000 μαχητές που συνδέονται με την Αλ Κάιντα. Μπορεί να υπάρξει ακόμα και μια εξίσωση Αφρίν-Ιντλίμπ. «Ακόμα και καθώς οι Τούρκοι μετακινούνται στο Αφρίν, οι δυνάμεις της Δαμασκού, με ρωσική στήριξη, κινούνται προς το Ιλντίμπ» λέει ο Ντιμίτρι Τρένιν, διευθυντής του Carnegie Moscow Center. «Βλέπω ένα ξεκάθαρο quid pro quo εδώ».

Αλλά ο κ. Πούτιν, ο οποίος από το 2015 έχει χτίσει ένα νέο τρίποδο εξουσίας στο Λεβάντε, όχι μόνο μαζί με το Ιράν, αλλά και με τη σύμμαχο στο ΝΑΤΟ, Τουρκία, μπορεί επίσης να θέλει να σημάνει την επιστροφή στης Ρωσίας τη στιγμή που οι ΗΠΑ επιλέγουν τον απομονωτισμό. Στο τέλος του μήνα, η Μόσχα θα φιλοξενήσει ένα συνέδριο για τη Συρία στο Σότσι, μαζί με την Τεχεράνη και την Άγκυρα – σε μια διαδικασία που ανταγωνίζεται τα συνέδρια του ΟΗΕ στη Γενεύη – η οποία έχει σαν στόχο όχι μόνο να διαμορφώσει το μέλλον της Συρίας αλλά και να αποσυνδέσει την Τουρκία από τη Δύση.

Κορυφαίος Τούρκος αξιωματούχος αναγνώρισε τον κίνδυνο σε συνέντευξη του με τους Financial Times στο τέλος της χρονιάς. «Αυτοί (οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι) μας χρειάζονται, αλλά κινδυνεύουμε να χάσουμε τις διπλωματικές δεξιότητες, την θεσμική επαφή και την αμοιβαία κατανόηση».

Η πραγματική σημασία της επιχείρησης στο Αφρίν μπορεί να είναι η απώλεια της Τουρκίας.

Πηγή: euro2day.gr