Καμπανάκι κινδύνου για καπνιστές: Όσο περισσότερα τσιγάρα, τόσο χαμηλότερη

Print Friendly and PDF

Οποιος έχει χαμηλή τεστοστερόνη, έχει δύο φορές παραπάνω κίνδυνο να πάθει ένα καρδιαγγειακό επεισόδιο, επισημαίνει ο αν. καθ. Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Χαράλαμπος Βλαχόπουλος

Όσο πιο πολύ καπνίζουν οι άντρες, τόσο πιο χαμηλά είναι τα επίπεδα της τεστοστερόνης, με συνέπεια να αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης καρδιαγγειακών συμβαμάτων, αλλά και στυτικής δυσλειτουργίας. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει μελέτη από την Α’ καρδιολογική κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Γ.Ν. Α «Ιπποκράτειο», η οποία παρουσιάστηκε και στο πρόσφατο Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Καρδιολογίας στη Βαρκελώνη.

Μιλώντας για τη μελέτη στο Πρακτορείο Fm και στην εκπομπή 104,9 ΜΥΣΤΙΚΑ ΥΓΕΙΑΣ ο αν. καθ. Καρδιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Χαράλαμπος Βλαχόπουλος, επισημαίνει ότι όποιος έχει χαμηλή τεστοστερόνη, έχει δύο φορές παραπάνω κίνδυνο να πάθει ένα καρδιαγγειακό επεισόδιο: «Αυτή είναι και η βάση στην οποία διεξήχθη η μελέτη μας σε βάθος δεκαετίας, σε δείγμα 760 ασθενών, με μέση ηλικία τα 56 έτη. Τους χωρίσαμε σε τρεις ομάδες. Οι περίπου 400 ήταν καπνιστές, 100 δεν είχαν καπνίσει ποτέ και 260 ήταν πρώην καπνιστές. Βρήκαμε λοιπόν ότι όσο πιο πολύ καπνίζει κανείς, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να έχει πιο χαμηλή τεστοστερόνη και κατά συνέπεια να έχει μεγαλύτερο καρδιαγγειακό κίνδυνο».

Όπως αναφέρει ο κ. Βλαχόπουλος, σε έναν άνθρωπο που έχει σταματήσει το κάπνισμα 5-7 χρόνια ο κίνδυνος για καρδιαγγειακά, εξισώνεται με τον κίνδυνο που έχει ένας άνθρωπος που δεν έχει καπνίσει ποτέ. Ήδη όμως από τον πρώτο κιόλας χρόνο της διακοπής ο κίνδυνος μειώνεται στο πενήντα τοις εκατό».

Όπως εξηγεί ο καθηγητής «οι άνθρωποι που κάπνιζαν περισσότερα από 40 πακέτα ετησίως βρέθηκε ότι ήταν στα όρια του υπογοναδισμού. Δηλαδή δεν είχαν επίπεδα ορμόνης στον οργανισμό, τέτοια ώστε να λειτουργούν σωστά τα όργανά τους».

Εκτός όμως από τον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο, δηλαδή να πάθει κανείς ένα έμφραγμα, ένα εγκεφαλικό, τα χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης αυξάνουν την πιθανότητα κάποιος να έχει σεξουαλική δυσλειτουργία. «Δηλαδή να έχει είτε χαμηλή διάθεση για σεξουαλική επαφή (libido) ή να έχει διαταραχή στη στύση του (είτε αυτή αφορά τη σκληρότητα είτε τη διάρκεια)».

Πόσος καιρός όμως χρειάζεται για να επανέλθει η στυτική λειτουργία ενός άνδρα, άμα τη διακοπή του καπνίσματος; «Αυτό είναι κάτι που μελετάμε και σε σχέση με την τεστοστερόνη, αλλά και όσον αφορά το επίπεδο της στυτικής δυσλειτουργίας. Έχει βρεθεί λοιπόν ότι από το πρώτο εξάμηνο αρχίζουν να βελτιώνονται οι δείκτες σεξουαλικής λειτουργίας του άνδρα. Σε βάθος χρόνου πχ δύο, τριών χρόνων υπάρχει πολύ μεγαλύτερη βελτίωση».

Πηγή: protothema.gr

Print Friendly, PDF & Email