Να μην πολιτικοποιείται η πρόσβαση σε χώρους λατρείας, δηλώνει ο ΥΠΕΞ

Print Friendly and PDF

Ο Υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Κασουλίδης άσκησε κριτική στην πολιτικοποίηση από τις αρχές των κατεχομένων της πρόσβασης των πιστών σε χώρους λατρείας, σημειώνοντας ότι δεν είναι κάτι που συμβάλλει στο διάλογο και εδραιώνει τη διαίρεση.

Ο κ. Κασουλίδης μιλούσε, την Πέμπτη, κατά την έναρξη των εργασιών της Διάσκεψης Ευρωπαϊκών Εκκλησιών, η οποία φιλοξενείται, στη Λευκωσία από την Εκκλησία της Κύπρου, με τίτλο «Χώροι Λατρείας και Θρησκευτικά Μνημεία στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή: Καθεστώς και Προστασία υπό το Εθνικό και Διεθνές Δίκαιο», στην οποία συμμετέχουν 40 σύνεδροι από 15 χώρες, περιλαμβανομένων της Αυστραλίας, του Βελγίου, της Κύπρου, της Σερβίας και της Συρίας.

Αναφερόμενος ειδικότερα στο θέμα της πολιτικοποίησης χώρων λατρείας κατά τη διάρκεια διενέξεων, ο Υπουργός Εξωτερικών είπε ότι πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο «αντιμετωπίζουμε συχνά, καθώς οι Ελληνοκύπριοι αιτούνται από τις κατοχικές αρχές στο βόρειο τμήμα του νησιού να κάνουν λειτουργίες στις εκκλησίες των χωριών τους, κυρίως κατά την ημέρα που γιορτάζει ο πολιούχος άγιος τους και κατά τη διάρκεια των γιορτών του Πάσχα και των Χριστουγέννων».

«Το 2016 έγιναν 80 τέτοια αιτήματα από κοινότητες χωριών και γύρω στο 60% απορρίφθηκαν χωρίς να δοθεί εξήγηση», είπε, προσθέτοντας ότι «το 2015 τα ποσοστά ήταν παρόμοια».

«Αυτό δεν είναι καλό», ανέφερε ο Υπουργός Εξωτερικών, σημειώνοντας παράλληλα ότι «από την άλλη πλευρά η Κυπριακή Δημοκρατία σέβεται το δικαίωμα πρόσβασης των Τουρκοκυπρίων στο Τέμενος Hala Sultan, στη Λάρνακα».

«Η πολιτικοποίηση της πρόσβασης σε χώρους λατρείας δεν συμβάλει στο διάλογο και εδραιώνει την διαίρεση», τόνισε. Δεν πρέπει, επισήμανε, «να χρησιμοποιείται για πολιτικούς σκοπούς».

Ο κ. Κασουλίδης ενημέρωσε τους συνέδρους για τις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει η Κυπριακή Δημοκρατία σε διεθνές επίπεδο σχετικά με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς περιλαμβανομένης της υπογραφής στη Λευκωσία κατά τη διάρκεια της κυπριακής Προεδρίας της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, τον περασμένο Μάιο, της Σύμβασης της Λευκωσίας, όπως λέγεται, «της μοναδικής διεθνούς συνθήκης που ασχολείται ειδικά με την ποινικοποίηση της παράνομης εμπορίας πολιτιστικών αγαθών».

Ειδική αναφορά έκανε στην τεράστια προσπάθεια που καταβάλλει η Εκκλησία της Κύπρου για τον επαναπατρισμό θρησκευτικών αντικειμένων, «περιλαμβανομένων ολόκληρων μωσαϊκών και τοιχογραφιών που κλάπηκαν από εκκλησίες στην κατεχόμενη Κύπρο, μετά την Τουρκική εισβολή του 1974». Ο Επίσκοπος Νεάπολης Πορφύριος, είπε, «έχει προσωπική εμπλοκή σε πολλές νομικές μάχες εναντίον αγοραστών και εμπόρων και είμαι σίγουρος ότι αυτή η Σύμβαση θα βοηθήσει άλλες κοινότητες να μην περάσουν όλα όσα έχουν περάσει οι Ελληνοκύπριοι».

Σε δικό του χαιρετισμό ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος και αναφερόμενος στην Κύπρο είπε ότι «υπήρξε ένας τόπος θρησκευτικού πλουραλισμού, αφού το 80% του πληθυσμού αποτελούσαν Ελληνοκύπριοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, το 18% Τουκοκήπριοι Μουσουλμάνοι και το υπόλοιπο 2% Μαρωνίτες, Αρμένιοι και Λατίνοι».

«Μέχρι το 1974 που έγινε η Τουρκική εισβολή όλοι ζούσαν ειρηνικά και αγαπημένα μεταξύ τους στα ανάμεικτα χωριά και στις πόλεις τους, λατρεύοντας ο κάθε ένας ελεύθερα το δικό του Θεό. Ουδέποτε υπήρξαν θρησκευτικές διαμάχες, συγκρούσεις και ταραχές και αυτό συνεχίζει να ισχύει σήμερα στο ελεύθερο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας», ανέφερε.

Πρόσθεσε ότι εδώ και 43 χρόνια «στο τουρκοκατεχόμενο βόρειο τμήμα της νήσου μας οι θρησκευτικές ελευθερίες δεν τυγχάνουν σεβασμού και εφαρμογής». Αλλά, συνέχισε, «και πέραν από αυτό τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής και το εκεί παράνομο καθεστώς, το οποίο στηρίζεται από την Τουρκία, επιδόθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου βάναυση και σκληρή προσπάθεια καταστροφής και λεηλασίας των θρησκευτικών μας χώρων και μνημείων, των ναών και των μονών μας, των ιερών και των οσίων μας, ακόμη και των κοιμητηρίων μας και γενικότερα κάθε στοιχείου που μαρτυρεί την ύπαρξη και την παρουσία του χριστιανικού πληθυσμού στο βόρειο τμήμα της Κύπρου».

«Διαρκές ζητούμενο για την Εκκλησία της Κύπρου είναι ο σεβασμός των αυτονόητων δικαιωμάτων, πρόσβασης, χρήσης, λειτουργίας, αποκατάστασης και συντήρησης των πέραν των 500 ναών που έχουν βεβηλωθεί και έχουν αφεθεί στη φθορά του χρόνου», σημείωσε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου.

Σημαντικοί, σύμφωνα με τον ίδιο, «είναι και οι άλλοι χώροι που συνδέονται στενά με τους άλλους χώρους λατρείας όπως είναι για παράδειγμα τα κοιμητήρια». Το σύνολο των κοιμητηρίων μας στις κατεχόμενες περιοχές, πρόσθεσε, «έχει και αυτό βεβηλωθεί και καταστραφεί».

Κηρύσσοντας την έναρξη των εργασιών η Εκτελεστική Διευθύντρια Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Διάσκεψης Ευρωπαϊκών Εκκλησιών Ελιζαμπέτα Κιτάνοβιτς ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι ανάλογα με τα ευρήματα η Διάσκεψη θα μελετήσει το ενδεχόμενο έναρξης διαλόγου με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς το 2018, ιδιαίτερα εν όψει του γεγονότος θα είναι το Ευρωπαϊκό Έτος Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

Print Friendly, PDF & Email