Τα υπέρ και τα κατά του κατώτατου μισθού

Print Friendly and PDF

Το θέμα του κατώτατου μισθού απασχολεί έντονα την Κυπριακή κοινωνία, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση, αφού οι μισθοί για ανειδίκευτους εργάτες έχουν μειωθεί στα $600 με $700 ευρώ. Το θέμα συζητήθηκε και στο Debate της περασμένης Τετάρτης, μεταξύ των δύο διεκδικητών της Προεδρίας της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη και Σταύρου Μαλά, Ο κατώτατος μισθός σήμερα στην Κύπρο ανέρχεται στα €870 το μήνα και €909 μετά από έξι μήνες εργοδότησης, και ισχύει για επτά επαγγέλματα, Πωλητές, Γραφείς, Νοσηλευτικοί Βοηθοί, Βοηθοί Παιδοκόμοι, Βοηθοί Βρεφοκόμοι, Σχολικοί Βοηθοί, Φρουροί, Φροντιστές και Καθαριστές. Ο κατώτατος μισθός καθορίζεται με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου και καλύπτει γύρω στις 50,000 εργαζομένους. Βεβαίως είναι και το δημόσιο που απασχολεί γύρω στις 70,000 εργαζομένους, οι οποίοι αμείβονται με μισθούς που είναι ψηλότεροι από τον κατώτατο μισθό.

Πολλές χώρες της Ευρώπης έχουν θεσμοθετήσει εθνικό κατώτατο μισθό με Νόμο, με τα επίπεδα του διαφέρουν από χώρα σε χώρα, ανάλογα με το κόστος ζωής. Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ολλανδία και Βέλγιο έχουν καθορίσει κατώτατο μισθό (από €1400 εως €1600). Στον αντίποδα, χώρες όπως η Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Εστονία, Τσεχία και άλλες, έχουν κατώτατο μισθό κάτω από €500 το μήνα. Όλως παραδόξως, οι σκανδιναβικές χώρες, που αποτελούν πρότυπο της ελεύθερης αγοράς με το σοσιαλισμό, δεν έχουν θεσμοθετήσει κατώτατο μισθό. Ο λόγος είναι ότι οι χώρες αυτές έχουν ισχυρά συνδικάτα, τα οποία διεκδικούν ψηλότερους μισθούς για τα μέλη τους, κάτι ανάλογο με τις συντεχνίες του δημοσίου στην Κύπρο.

Το βασικό επιχείρημα υπέρ της θεσμοθέτησης εθνικού κατώτατου μισθού είναι ότι οι μισθοί της αγοράς είναι χαμηλοί και δεν αρκούν για ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο. Στην Κύπρο οι μισθοί για πολλά επαγγέλματα που δεν απαιτούν προσόντα και δεξιότητες, έχουν μειωθεί σημαντικά, λόγω της υπερπροσφοράς εργατικού δυναμικού που δημιουργεί η ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ένα τρίτο περίπου του εργατικού δυναμικού στην Κύπρο, γύρω στις 130,000, είναι κοινοτικοί ή από τρίτες χώρες. Η πλειοψηφία των ξένων εργαζομένων στην Κύπρο αμείβεται με χαμηλούς μισθούς, είναι όμως πολύ χρήσιμοι αφού οι θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν δεν είναι ελκυστικές για Κύπριους, όπως οικιακοί βοηθοί, εργάτες σε φάρμες και στα χωράφια κλπ.

Το βασικό επιχείρημα κατά της θεσμοθέτησης κατώτατου μισθού είναι ότι θα περιορίσει την ανάπτυξη της οικονομίας και θα αυξήσει την ανεργία. Ο κατώτατος μισθός είναι συνήθως ψηλότερος από το μισθό που καθορίζεται από τις δυνάμεις της ελεύθερης αγοράς, και αυξάνει το κόστος για τις επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα προσλαμβάνουν λιγότερους εργαζομένους και αυτό θα περιόριζε την ανάπτυξη. Ένα άλλο σημαντικό επιχείρημα κατά της επιβολής κατώτατου μισθού στην Κύπρο, είναι ότι προκαλεί εισροή εργαζομένων προς την Κύπρο, από χώρες της Ευρώπης όπου οι μισθοί είναι αρκετά χαμηλότεροι, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, και η Ελλάδα. Και επειδή υπάρχουν ήδη δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι από τις χώρες αυτές στην Κύπρο, είναι εύκολο αυτοί να φέρουν συγγενείς και φίλους τους. ΄Έτσι έγινε και με τους Κύπριους στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από πολλά χρόνια, όπως και με τους Έλληνες στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού στην Κύπρο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αυτοί που θα πάρουν μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να σταθμίσουν όλα τα δεδομένα και να αναζητήσουν την χρυσή τομή. Από τη μια να διασφαλίζεται το δικαίωμα των εργαζομένων για μια αξιοπρεπή διαβίωση, και από την άλλη να μην περιορίζονται οι προοπτικές ανάπτυξης, η οποία δημιουργεί θέσεις εργασίας.

Μάριος Μαυρίδης, Καθηγητής Οικονομικών Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο, βουλευτής Κερύνειας ΔΗΣΥ, m.mavrides@euc.ac.cy

 

Print Friendly, PDF & Email