Περιβαλλοντική δικαιοσύνη, υπάρχει;

Του Ανδρέα Ιωσήφ*

Η νομοθεσία που διέπει τα θέματα περιβάλλοντος είναι πλέον ενιαία για όλες τις χώρες, η συνεργασία μεταξύ των κρατών – μελών της Ένωσης για τη διαχείριση θεμάτων που έχουν σχέση με το περιβάλλον είναι πολύ στενή και γενικά υπάρχει αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των θεμάτων που αναφύονται.

Επιπλέον η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεργάζεται και με άλλους φορείς σε διεθνές επίπεδο με στόχο το γενικότερο καλό του πλανήτη.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πετύχει να δημιουργήσει τις κατάλληλες νομοθεσίες , ίσως είναι το πιο προηγμένο σύστημα στον κόσμο, για δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης από τη μια και περιβαλλοντικής προστασίας από την άλλη.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να αισθάνονται ότι έχουν δικαιώματα για καθαρό περιβάλλον και ταυτόχρονα η οικονομική ανάπτυξη που υπάρχει γίνεται με σεβασμό στο περιβάλλον και τη διαβίωση όλων των στοιχείων που υπάρχουν σ’ αυτό (άνθρωποι, ατμόσφαιρα, ύδατα, έδαφος, χλωρίδα, πανίδα).

Η  Σύμβαση του Άαρχους η οποία κυρώθηκε από την Ε.Ε το 2005  έδωσε πολλά δικαιώματα στους Ευρωπαίους πολίτες οι οποίοι πλέον έχουν τη δυνατότητα να τα διεκδικήσουν στο Δικαστήριο και οι παραβάτες να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους.

Παραχωρήθηκε το δικαίωμα πρόσβασης  σε περιβαλλοντικές πληροφορίες τις οποίες έχουν στη διάθεση τους τα κράτη ενώ υπάρχει πλέον και η δυνατότητα συμμετοχής στη λήψη περιβαλλοντικών αποφάσεων. 

Οι πολίτες έχουν το δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών πληροφοριών και το κράτος έχει την ευθύνη να στηρίζει το ενδιαφέρον του κοινού διευκολύνοντας την πρόσβαση αυτή.

Στοχεύοντας να εξασφαλίσει και στην πράξη το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα η Σύμβαση συμπεριλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με τον τύπο των περιβαλλοντικών πληροφοριών που καλύπτονται, τις υποχρεώσεις των δημόσιων αρχών και τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται.

Η συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων αυξάνει τη διαφάνεια στις διαδικασίες βελτιώνοντας την ποιότητα των αποφάσεων. Πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στους πολίτες να εκφράζουν τις ανησυχίες και απόψεις τους τις οποίες οι δημόσιες αρχές πρέπει να λαμβάνουν υπόψη.

Η Σύμβαση θέτει τα ελάχιστα κριτήρια για τη συμμετοχή του κοινού όταν οι αρχές διαμορφώνουν γενικά προγράμματα ή αδειοδοτούν συγκεκριμένα έργα που μπορούν να επηρεάσουν το περιβάλλον.

Οι πρόνοιες διασφαλίζουν την ανάμειξη του κοινού από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας λήψης απόφασης και ότι τα αποτελέσματα της δημόσιας συμμετοχής θα λαμβάνονται υπόψη στην τελική απόφαση.

Για να είναι αποτελεσματική η πρόσβαση στις πληροφορίες και η δημόσια συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, το κοινό πρέπει να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη για επανεξέταση αποφάσεων και για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των προνοιών της Σύμβασης.

Τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι παραβιάσεις των δικαιωμάτων πρόσβασης στις πληροφορίες και δημόσιας συμμετοχής μπορούν να εφεσιβληθούν στο δικαστήριο ή άλλο ανεξάρτητο φορέα. Οι διαδικασίες διοικητικής ή δικαστικής αναθεώρησης πρέπει να είναι αμερόληπτες, δίκαιες, έγκαιρες και χωρίς απαγορευτικό κόστος.

Το δικαίωμα διαβίωσης σ’ ένα καθαρό περιβάλλον  είναι αδιαπραγμάτευτο για όλους. Για την προστασία του περιβάλλοντος δεν θα έπρεπε να χρειάζονται  νομικά κείμενα και συμβάσεις αλλά ο καθένας θα έπρεπε από τη δική του μεριά να κάνει τα απαραίτητα ώστε να υπάρχει περιβαλλοντική συνείδηση και περιβαλλοντική κουλτούρα.

 

*Δημοσιογράφος-Μεταπτυχιακός Φοιτητής Δικαίου Ε.Ε

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ