Πώς αντιμετωπίζουμε εμείς τον Ερντογάν

• Οι περιφερειακές συνεργασίες, ο ρόλος της Δύσης και τα αποτρεπτικά μέτρα Β’ ΜΕΡΟΣ Στο προηγούμενο άρθρο της στήλης προσπαθήσαμε να απαντήσουμε το ερώτημα γιατί οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη ανέχονται την αλλοπρόσαλλη πολιτική του Ερντογάν. Πριν στεγνώσει το μελάνι των όσων γράψαμε για τους λόγους που η Ρωσία ανέχεται τον Ερντογάν, ήρθε να μας επιβεβαιώσει η συμφωνία Άγκυρας – Μόσχας για τη δημιουργία πυρηνικού σταθμού στα νότια της Τουρκίας, καθώς και το «κλείδωμα» της αγοράς των ρωσικών πυραύλων s-400 από την Τουρκία. Όμως, το θέμα του σημερινού άρθρου δεν είναι πως αντιμετωπίζουν οι μεγάλες δυνάμεις τον Ερντογάν, αλλά πως διαχειριζόμαστε Κύπρος και Ελλάδα αυτόν τον ταραχοποιό της περιοχής μας. Όπως φάνηκε, τόσο στο θέμα των τουρκικών προκλήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, όσο και στην αδικαιολόγητη φυλάκιση των δύο Ελλαδιτών στρατιωτικών, οι επιλογές Λευκωσίας και Αθηνών είναι περιορισμένες. Οι δύο χώρες δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε τη λογική Ερντογάν που επιδιώκει ένταση και ίσως περιορισμένη σύγκρουση. Αυτό θα ήταν το χειρότερο λάθος που θα μπορούσαμε να διαπράξουμε. Λευκωσία και Αθήνα, επιβάλλεται να διατηρήσουν τη ψυχραιμία τους και να πολιτευθούν με έξυπνους τρόπους. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να παίξουμε στο γήπεδο που επιδιώκει και μας σπρώχνει ο Ερντογάν και οι διάφοροι υποτακτικοί του. Τα δυνατά σημεία της Κύπρου και της Ελλάδας είναι η συμμετοχή τους την Ε. Ένωση, οι περιφερειακές συνεργασίες με το Ισραήλ και την Αίγυπτο και η επίκληση του διεθνούς δικαίου. Η αντιπαράθεση με τον Ερντογάν σ’ αυτή τη φάση δεν μπορεί να γίνει με στρατιωτικά, αλλά με πολιτικά και διπλωματικά μέσα. Άλλωστε, ας μη ξεχνάμε ότι η αντιπαλότητα με την Τουρκία, λόγω των δικών της επιτακτικών βλέψεων και επιβολών, είναι για εμάς τους Έλληνες ένας μαραθώνιος κι όχι δρόμος 100 μέτρων. Ταυτόχρονα, με τα πιο πάνω οφείλουμε να αναμένουμε και τις αντιδράσεις της Δύσης στα νέα ανοίγματα και στις νέες λυκοφιλίες Ερντογάν προς τη Ρωσία. Φαίνεται ότι η νέα πολιτική Ερντογάν δεν ενθουσιάζει τους Δυτικούς, οι οποίοι ένας – ένας άρχισαν να χάνουν την υπομονή τους μαζί του. Είναι θέμα χρόνου το πότε και πως θα αντιδράσουν. Επίσης, εμείς οφείλουμε να πάρουμε σοβαρές αποφάσεις τόσο για τη γραμμή που θα ακολουθήσουμε απ’ εδώ και μπρος στο κυπριακό, όσο και στο πως θα αυξήσουμε την αποτρεπτική μας δύναμη, έναντι κάθε νέας τουρκικής επιβολής. Σίγουρα, οι δύο αυτές πτυχές είναι πολύ δύσκολες, όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις ωμές προκλήσεις της Τουρκίας. Οφείλουμε να δράσουμε προληπτικά. Ήδη, στο κυπριακό υπάρχει μεγάλος κλονισμός της εμπιστοσύνης του λαού προς μια λύση που θα του εγγυάται ή θα έχει λόγο η Τουρκία. Αυτό είναι μια πραγματικότητα που κανένας δεν μπορεί να την αγνοεί. Άρα, η Τουρκία αν επιθυμεί λύση στο κυπριακό θα πρέπει να εγκαταλείψει τις πάγιες επιδιώξεις της για να έχει εγγυητικά δικαιώματα ή στρατεύματα της στην Κύπρο. Με βάση τα πιο πάνω, είναι φανερόν ότι είμαστε μπροστά σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση, όπου πρέπει να λάβουμε σοβαρές αποφάσεις. Το ίδιο, θα πρέπει να κάνει και η Ελλάδα, τα νησιά της οποίας ορέγεται ο Ερντογάν. Λευκωσία και Αθήνα θα πρέπει να εμβαθύνουν τις σχέσεις συνεργασίας με Ισραήλ και Αίγυπτο, να αξιοποιήσουν το αντιτουρκικό κλίμα που άρχισε να δημιουργείται στις ΗΠΑ και την Ε. Ένωση και να ενισχύσουν την άμυνα τους. Η ψευδαίσθηση ότι ο Ερντογάν στο μέλλον θα αλλάξει πολιτική απέναντι στον Ελληνισμό, μόνο περισσότερο εκτεθειμένους μπορεί να μας αφήσει. Χρειάζονται νέες πρωτοβουλίες, αξιοποίηση των νέων γεωστρατηγικών δεδομένων και αποτρεπτικές κινήσεις για να συγκρατηθεί ο εξ ανατολών κίνδυνος. Μόνο, έτσι ο Ερντογάν μπορεί να μαζέψει τις ορέξεις του… Ιωσήφ Ιωσήφ
TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ