Oι φιλελεύθεροι, οι εθνικιστές και η μάχη για τη Γερμανία

του Gideon Rachman


Το 1989 το σύνθημα «εμείς είμαστε ο λαός» προκάλεσε ενθουσιασμό σε όλο τον κόσμο. Ήταν το σλόγκαν των διαδηλώσεων στην Ανατολική Γερμανία που οδήγησαν στην πτώση του τείχους του Βερολίνου και έβαλαν τέλος στον Ψυχρό Πόλεμο.

Περίπου 30 χρόνια αργότερα το ίδιο σύνθημα ακούγεται για άλλη μια φορά στους δρόμους της ανατολικής Γερμανίας, αλλά σε ένα διαφορετικό και ανησυχητικό πλαίσιο. Έχει γίνει o ύμνος των διαδηλωτών κατά της μετανάστευσης και έχει συνδεθεί με την άκρα δεξιά.

Στο Κέμνιτς, μια μικρή πόλη στην ανατολική Γερμανία που έχει γίνει το επίκεντρο των διαδηλώσεων, ένας συνταξιούχος εκπαιδευτικός και διαδηλωτής μου εξήγησε την περασμένη Πέμπτη: «Ήμουν στην πρώτη γραμμή το 1989 και σήμερα βλέπω ακριβώς το ίδιο πνεύμα. Την ίδια βαθιά οργή κατά της κυβέρνησης». Ένας άλλος συνταξιούχους θυμήθηκε ότι το 1989 η κυβέρνηση της Ανατολικής Γερμανίας είχε αποκαλέσει τους διαδηλωτές μια «εκτός ελέγχου συμμορία» και πρόσθεσε ότι «η κυβέρνηση της Μέρκελ χρησιμοποιεί σήμερα ακριβώς την ίδια γλώσσα».

Οι συγκρίσεις αυτές ανάμεσα στη δημοκρατική επανάσταση του 1989 και τις αντιμεταναστευτικές διαδηλώσεις του σήμερα θα φανούν σε πολλούς ως τελείως άστοχες. Οι πολιτικοί των παραδοσιακών γερμανικών κομμάτων προειδοποιούν αντίθετα για ομοιότητες με τη δεκαετία του 1930, επισημαίνοντας ότι ορισμένοι διαδηλωτές έχουν χαιρετίσει ναζιστικά. Αλλά η σύγκριση με το 1989 είναι ενδιαφέρουσα για έναν σημαντικό λόγο.

Η αναταραχή στην ανατολική Γερμανία πυροδοτήθηκε από πρωτοφανείς αλλαγές έξω από τη χώρα, κατά κύριο λόγο στη Σοβιετική Ένωση. Κατά παρόμοιο τρόπο, η τρέχουσα άνοδος του εθνικισμού και του λαϊκισμού στη Γερμανία είναι μέρος μιας ευρύτερης στροφής στη διεθνή πολιτική σκηνή.

Το 1989, η άνοδος του ρεφορμιστή ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, υπονόμευσε την κυβέρνηση της ανατολικής Γερμανίας, η οποία συντηρούνταν ουσιαστικά από τους Σοβιετικούς. Σήμερα, η γερμανική κυβέρνηση νιώθει για άλλη μια φορά συγκλονισμένη από μια ριζική αλλαγή στην πολιτική πραγματικότητα της χώρας που θεωρούσε παραδοσιακά ως ηγετική δύναμη, αλλά αυτή τη φορά η αλλαγή συνέβη στην Ουάσιγκτον, όχι στη Μόσχα.

Η μεγάλη εισροή πάνω από 1 εκατ. μεταναστών και προσφύγων στη Γερμανία συνέβη κατά κύριο λόγο το 2015. Ο Ντόναλντ Τραμπ εκλέχτηκε πρόεδρος των ΗΠΑ έναν χρόνο αργότερα. Όπως και το 1989, ο κ. Γκορμπατσόφ, θεωρούνταν πως ήταν ευνοϊκά διακείμενος προς τους διαδηλωτές στην Ανατολική Γερμανία, έτσι και τώρα ο κ. Τραμπ είναι με το μέρος του αντιμεταναστευτικού κινήματος στη Γερμανία και με τις ευρύτερες εθνικιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη.

Σε μια σειρά από «τιτιβίσματα» και χλευαστικά σχόλια, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει καταστήσει σαφές ότι θεωρεί τις μεταναστευτικές πολιτικές της Μέρκελ ως καταστροφικές και ότι αναμένει και καλωσορίζει μια πολιτική αναταραχή στη Γερμανία. Οι προτιμήσεις του κ. Τραμπ είναι τόσο ξεκάθαρες που ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο οποίος ήταν υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας μέχρι και φέτος, κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι επιδιώκουν «αλλαγή καθεστώτος».

Αλλά δεν πρέπει να τραβήξουμε πιο μακριά τους παραλληλισμούς με το 1989. Ο πανικός που κατέλαβε τότε το πολιτικό κατεστημένο της ανατολικής Γερμανίας δεν μπορεί να συγκριθεί μα κάτι παρόμοιο στη σημερινή γερμανική κυβέρνηση. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι ανησυχούν για τα γεγονότα στο Κέμνιτς. Αλλά κανείς δεν φοβάται μήπως χάσει την εξουσία.

Σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα στο Κέμνιτς αντανακλούν μια ευρύτερη πολιτική μετατόπιση στη Γερμανία.
Η αξιωματική αντιπολίτευση αυτή τη στιγμή στο γερμανικό κοινοβούλιο είναι η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ένα λαϊκιστικό, ξενοφοβικό κόμμα. Ορισμένα από τα ηγετικά του στελέχη ενθαρρύνουν την εξοκοινοβουλευτική δράση και την αυτοδικία.

Όταν η στήριξη που συγκέντρωνε η ακροδεξιά ήταν κάτω από το 5%, οι γερμανικές αρχές δεν είχαν δυσκολία να την ελέγξουν και να την περιορίσουν. Αλλά κυβερνητικοί αξιωματούχοι εκτιμούν τώρα πως σε περιοχές όπως το Κέμνιτς περίπου το 25% του πληθυσμού στηρίζει ή βλέπει με συμπάθεια το ΑfD. Αυτό έχει δημιουργήσει ανησυχία σχετικά με τη στήριξη προς την ακροδεξιά στην αστυνομία και άλλους βραχίονες του κράτους.

Η άνοδος του AfD και η οργή που εκδηλώνεται στους δρόμους της Γερμανίας έχει ενισχύσει το αίσθημα ότι μια εποχή πλησιάζει στο τέλος της. Η κα. Μέρκελ πάλεψε μήνες για να συγκροτήσει μια κυβέρνηση συνεργασίας. Ακόμα και ορισμένοι υποστηρικτές την περιγράφουν ως εξουθενωμένη και συγκλονισμένη από το μίσος που αντιμετώπισε στην Ανατολική Γερμανία στις τελευταίες εκλογές.

Η κα. Μέρκελ αντιμετωπίζει πλέον προκλήσεις και εντός της Ε.Ε., την οποία η Γερμανία διαφύλασσε επί μακρόν ως προπύργιο φιλελεύθερων αξιών. Η είσοδος εθνικιστών και λαϊκιστών στις κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Αυστρίας σημαίνει ότι οι εθνικιστές της Γερμανίας είναι μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής αντίδρασης κατά της φιλελεύθερης ορθοδοξίας.

Όταν η κα. Μέρκελ κοιτάει τα πρόσωπα που κάθονται δίπλα της στο τραπέζι του Συμβουλίου της Ε.Ε. βλέπει πλέον διάφορους ιδεολογικούς αντιπάλους. Ο πιο εύγλωττος από αυτούς είναι ο Βίκτορ Όρμπαν, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας. Ήταν ηγέτης του αντικουμμουνιστικού, φιλοδημοκρατικού κινήματος της χώρας το 1989, αλλά σήμερα είναι υπέρμαχος ενός νέου είδους αυταρχικού εθνικισμού που τοποθετεί στο επίκεντρο της ατζέντας το αντιμεταναστευτικό μένος. Ο κ. Όρμπαν υποστήριξε πρόσφατα: «Το 1990, βλέπαμε την Ευρώπη ως το μέλλον. Τώρα είμαστε το μέλλον της Ευρώπης».

Το γερμανικό πολιτικό κατεστημένο δεν έχει καμία πρόθεση να αφήσει το μέλλον της Ευρώπης στα χέρια εθνικιστών όπως ο κ. Όρμπαν και το AfD. Αλλά Γερμανοί αξιωματούχοι και πολιτικοί γνωρίζουν πως έχουν για άλλη μια φορά εμπλακεί σε μια μάχη.

Το 1989 οι φιλελεύθεροι και οι εθνικιστές είχαν ευθυγραμμιστεί στη μάχη για τη δημοκρατία στην Ανατολική Ευρώπη. Τώρα οι δύο ιδεολογίες είναι σε αντιπαράθεση. Η μάχη ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον εθνικισμό διεξάγεται σε όλο τον κόσμο. Αλλά εκδηλώνεται και στους δρόμους των μικρών πόλεων της Γερμανίας.


Πηγή: euro2day.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ