Τι πρέπει να προσέξετε στα ιταλικά ομόλογα

Kate Allen (Λονδίνο)

Οι επενδυτές που θέλουν να πλοηγηθούν στην ιταλική αγορά ομολόγων έχουν εντοπίσει δείκτες «κλειδιά» που θα παρακολουθούν τις επόμενες εβδομάδες, καθώς η κυβέρνηση συνασπισμού προχωρά με τον προϋπολογισμό.

Οι αποδόσεις του κρατικού χρέους, η διαφορά (spread) από τις αντίστοιχες του γερμανικού, πώς επηρεάζονται τα οικονομικά των τραπεζών, η οικονομική ανάπτυξη και οι αντιδράσεις από άλλες αγορές ομολόγων της ευρωζώνης είναι στο επίκεντρο της προσοχής.

Αυτή την εβδομάδα η απόδοση του 10ετους έφτασε στο 3,7% για πρώτη φορά από τις αρχές του 2014 καθώς το πεντάμηνο sell off δεν έδειξε σημάδια εκτόνωσης.

Το επίπεδο των ιταλικών αποδόσεων
Οι επενδυτές εστιάζουν τώρα στο κατά πόσο η απόδοση μπορεί να σπάσει το όριο του 4%. Ο Harvinder Sian στρατηγικός αναλυτής στη Citi σημείωσε ότι αυτό ήταν το επίπεδο καμπής προκειμένου η πίεση στα ιταλικά ομόλογα να επιταχυνθεί και να χτυπήσει το κρατικό χρέος άλλων χωρών της ευρωζώνης.

Αυτό το επίπεδο μπορεί να δοκιμαστεί, δήλωσε «αν η Κομισιόν ή η Γερμανία αντιδράσουν επιθετικά στο αποτέλεσμα του ιταλικού προϋπολογισμού και με αυτό το σκεπτικό πιστεύουμε ότι ο αρχικός θόρυβος ήταν δυνατός και τώρα υπάρχει ρίσκο περισσότερο απερίσκεπτων δηλώσεων και από τις δυο πλευρές».

Πριν αναλάβει την εξουσία ο λαϊκιστικός συνασπισμός, στα τέλη Μαίου, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ήταν κάτω του 2%. Παρ’ όλα αυτά ο Sian είπε ως η διάσπαση του ορίου του 4% «πιθανότατα απαιτεί υφεσιακές συνθήκες και πολύ μεγαλύτερες πολιτικές τριβές μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας.

Μετάδοση στην ευρωζώνη
Οι αποδόσεις άλλων ομολόγων της ευρωζώνης έως τώρα κινήθηκαν λίγο από την αναταραχή στην Ιταλία. Η απουσία μετάδοσης ως τώρα αντιμετωπίζεται από τους επενδυτές ως καθησυχαστική, ενισχύει το επιχείρημα ότι είναι κυρίως εσωτερική κατάσταση με λίγες συνέπειες για την ευρύτερη ευρωπαϊκή εικόνα και γι’ αυτό πολύ διαφορετική από την κρίση χρέους που χτύπησε το μπλοκ πριν από μισή δεκαετία.

Ωστόσο, όσο περισσότερο συνεχίζεται το sell off και ανεβαίνουν οι ιταλικές αποδόσεις, τόσο περισσότερο αυτό το αφήγημα θα δέχεται πίεση.

Ο Daniel Gros, διευθυντής του Centre for European Policy Studies υπολόγισε στα τέλη Αυγούστου ότι η μισή από την αύξηση των ιταλικών αποδόσεων ως εκείνο το σημείο οφείλονταν στο ότι οι επενδυτές τιμολογούσαν την πιθανότητα η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης να φύγει από το νομισματικό μπλοκ, κάτι γνωστό ως «κίνδυνος μετατροπής» (redenomination risk).

Ο Erik Nielsen, επικεφαλής οικονομολόγος της UniCredit δήλωσε πως ήταν αντιφατικό να τιμολογούν οι αγορές κάποιο «ρίσκο μετατροπής» ενώ παραμένουν περιορισμένες οι αποδείξεις μετάδοσης σε άλλες αγορές της ευρωζώνης. «Αν Θεός φυλάξει η Ιταλία προσπαθούσε να αλλάξει νόμισμα στο κρατικό χρέος το αντίκτυπο στην ανάπτυξη της χώρας και το βιοτικό επίπεδο θα ήταν καταστροφικό σε βαθμό που η υπόλοιπη Ευρώπη θα έβλεπε επίσης σημαντικές επιπτώσεις», είπε.

Ο λογικός υπαινιγμός από αυτό είναι ότι είτε ο «κίνδυνος μετατροπής» δεν είναι σοβαρή προοπτική –στην περίπτωση αυτή το ιταλικό χρέος είναι υποτιμημένο-, είτε οι επενδυτές πρέπει να ανησυχούν περισσότερο για τη μετάσταση. Στις επόμενες εβδομάδες θα δοκιμαστεί το ποια από τις δυο εκδοχές θα θριαμβεύσει.

 

Το spread
Αλλο ένα στοιχείο στο οποίο εστιάζουν οι επενδυτές είναι η διαφορά των αποδόσεων μεταξύ ιταλικών και γερμανικών ομολόγων, γνωστή ως «spread». Ο δείκτης παρακολουθείται ευρέως, ως μέτρηση του κλίματος πολιτικού ρίσκου και έχει γίνει κεντρικός στη μάχη της κυβέρνησης συνασπισμού με τις αγορές.

Αυτή την εβδομάδα έφτασε τις 314 μονάδες βάσης (3,14%), πολύ πάνω από τις 300 μονάδες βάσης που ήταν στα τέλη Μαίου όταν για πρώτη φορά οι επενδυτές τέθηκαν σε συναγερμό για την νέα κυβέρνηση.

Σύμφωνα με τον Paul Meggyesi, στρατηγικό αναλυτή της JPMorgan προσφέρει ένα οδηγό για το ευρώ. Ένα spread 300 μονάδων βάσης είναι συνεπές με την ισοτιμία του ευρώ στο 1,145 δολάρια, υπολογίζει και κάθε 10 μονάδες βάσης ανοίγματος του αντιστοιχεί σε περίπου 0,5 σεντς χτύπημα στην ισοτιμία.

Το ευρώ έχει υποχωρήσει σχεδόν 3% έναντι του δολαρίου από τα μέσα Σεπτεμβρίου.

 

Το αντίκτυπο στις τράπεζες
Η αύξηση του spread πάνω από ένα κρίσιμο επίπεδο έχει συνέπειες και για τις ιταλικές τράπεζες οι οποίες υπολογίζεται ότι κατέχουν 10% του συνολικού κρατικού χρέους της χώρας.

«Μια διεύρυνση 200 μονάδων βάσης του spread από τα τέλη Ιουνίου θα μειώσει τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας Tier 1 κατά μέσο όρο 66 μονάδες βάσης, προκαλώντας αυξήσεις κεφαλαίου» τόνισε ο Carlo Tommaselli της Credit Suisse. Δεδομένου ότι το spread βρίσκονταν περίπου στις 240 μονάδες βάσης στα τέλη Ιουνίου, αυτό υπονοεί ότι η επικίνδυνη ζώνη για τις τράπεζες είναι πάνω από τις 400 μονάδες βάσης.

Σε αναγνώριση αυτού του βρόγχου μεταξύ τραπεζών και κρατικού χρέους, οι μετοχές των πρώτων υποχώρησαν. Ο δείκτης MSCI Italy Banks είναι στο χαμηλότερο επίπεδο από τον περασμένο Φεβρουάριο. Αυτό αντιστοιχεί σε επενδυτική ευκαιρία, σύμφωνα με κάποιους παρατηρητές της αγοράς.

«Υπάρχουν ακραία σενάρια στα οποία αυτές οι ανησυχίες [για τον βρόγχο] δικαιολογούνται, αλλά όσο η ανάπτυξη κρατά τα ρίσκα είναι διαχειρίσιμα», υποστηρίζει ο Viktor Hjort επικεφαλής πιστωτικής στρατηγικής σε όλο τον κόσμο για την BNP Paribas.

Η διεύρυνση κατά 140 μονάδες βάσης του spread στους τρεις μήνες που ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο μείωση μεταξύ 8 και 60 μονάδες βάσης τους κεφαλαιακούς δείκτες των ιταλικών τραπεζών, μια διαχειρίσιμη επίπτωση, εκτιμά.

Ο παράγοντας ανάπτυξη
Για τον κο Hjort η προοπτική για τις ιταλικές τράπεζες εξαρτάται από μια άλλη κρίσιμη μεταβλητή: την οικονομική ανάπτυξη.

Το σχέδιο προϋπολογισμού της Ρώμης στηρίζεται σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5% την επόμενη χρονιά, πολύ πάνω από την εκτίμηση της Κομισιόν για 1,1%. Η Confindustria, βασικός σύνδεσμος των ιταλικών επιχειρήσεων, έχει μειώσει την πρόβλεψή της στο 0,9%.

Οι προβλέψεις του κυβερνητικού συνασπισμού για την ανάπτυξη είναι «σχετικά φιλόδοξοι», είπε ο Γιάννος Κοντόπουλος, επικεφαλής μακροοικονομικής στρατηγικής στην UBS αλλά «από μόνες τους δεν είναι «make or break» για τη δυναμική του χρέους» και το δημοσιονομικό ρίσκο είναι «πιθανά καλά τιμολογημένο».

Ωστόσο ο George Cole, αναλυτής της Goldman Sachs είπε ότι η βιωσιμότητα χρέους αντιμετώπισε ένα σημείο καμπής. Το χρέος της χώρας έχει μέση ωρίμανση τα 6,8 χρόνια. Αποδόσεις του επταετούς ομολόγου πάνω περίπου από το 2,7% θα κάνουν το κόστος χρηματοδότησης μη βιώσιμο, υποστήριξε. Η απόδοση του επταετούς ομολόγου είναι περίπου 3,4%.

«Οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση των αποδόσεων, χειροτέρευση της ανάπτυξης ή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος θα οδηγήσει σε αύξηση του δείκτη χρέους/ΑΕΠ», συμπλήρωσε.

Πηγή: euro2day.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ