Άκερμαν: Νέα εποπτικά βαρίδια για τις κυπριακές τράπεζες

Οι επιπρόσθετοι κανονισμοί που σχεδιάζουν οι ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές, όπως οι ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (MREL) θα είναι ιδιαίτερα απαιτητικές και επιζήμιες για μικρές τράπεζες στην Ευρώπη, περιλαμβανομένης και της Κύπρου, δήλωσε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Κύπρου, Γιόζεφ Άκερμαν.

Σε ομιλία του στο 9ο Limassol Economic Forum, ο κ. Άκερμαν αναφέρθηκε στην διαφορετική αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, που έφερε τις αμερικανικές τράπεζες σε καλύτερη θέση σε σύγκριση με τις τράπεζες της Γηραιάς Ηπείρου.

«Η αμερικανική εποπτική αντίδραση (στην κρίση) ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που επέλεξε η Ευρώπη και πιστεύω ότι η Ευρώπη πληρώνει και θα συνεχίσει να πληρώνει υψηλό τίμημα για αυτό», είπε.

Σημείωσε μάλιστα πως ενώ η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ χαλαρώνει τους εποπτικούς κανόνες, που γέρνουν το ισοζύγιο του εποπτικού περιβάλλοντος μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης υπέρ της πρώτης, οι Ευρωπαίοι επόπτες σχεδιάζουν να εφαρμόσουν πρόσθετους κανόνες.

Το MREL θα είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και επιζήμιο για μικρές τράπεζες, περιλαμβανομένης και των κυπριακών τραπεζών, είπε.

Ο κ. Άκερμαν επεσήμανε ακόμη οι τράπεζες στην ευρωζώνη παραμένουν ευάλωτες, αφού η μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς δεν έχουν καθοριστεί οι διευθετήσεις για την εξυγίανση των τραπεζών και δεν έχει συμφωνηθεί το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων.

Παράλληλα, ο Ελβετός τραπεζίτης διατύπωσε την άποψη ότι πρέπει να υπάρξει ένα ισοζύγιο μεταξύ των κανονισμών μικροπροληπτικής εποπτείας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας από τη μια και της εξέτασης του ρόλου που μπορούν να παίξουν οι τράπεζες στην προώθηση της ανάπτυξης από τη άλλη.

«Η υπερβολική έμφαση στην μεγιστοποίηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας μέσω νέων προβλέψεων και αυξήσεων κεφαλαίου θα υπονομεύσει άδικα την κερδοφορία των τραπεζών και την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να συνεισφέρει στην ανάπτυξη», πρόσθεσε, σημειώνοντας ότι η χαμηλή ή η αρνητική κερδοφορία δεν είναι βοηθητική σε νέες κεφαλαιακές ενέσεις είτε από υφιστάμενους είτε από νέους μετόχους.

«Μια ισοζυγισμένη προσέγγιση θα επιτρέψει στις τράπεζες να επεκτείνουν την παροχή πίστωσης, να προωθήσουν την ανάπτυξη και να συνεισφέρουν στην αύξηση κεφαλαίου μέσω της εσωτερικής οργανικής κερδοφορίας», συνέχισε.

Σύμφωνα με τον κ. Άκερμαν, ενώ οι ΗΠΑ ήταν η χώρα από την οποία προέκυψε η κρίση και σημειώθηκαν οι πιο εντυπωσιακές τραπεζικές καταρρεύσεις, πλέον οι αμερικανικές τράπεζες κυριαρχούν στις παγκόσμιες κεφαλαιακές αγορές περισσότερο από ποτέ, ενώ οι Ευρωπαίοι ανταγωνιστές τους έμειναν απελπιστικά πίσω, ιδιαίτερα στον τομέα της επενδυτικής τραπεζικής.

Σύμφωνα με τον Ελβετό τραπεζίτη δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν μια ισχυρή δέσμευση εκ μέρους των ευρωπαϊκών φορέων διαμόρφωσης πολιτικής στην παγκόσμια ανταγωνιστικότητα μιας σημαντικής βιομηχανίας όπως ο χρηματοπιστωτικός τομέας, προωθώντας για παράδειγμα μια κοινή τραπεζική αγορά, που θα καθιστούσε τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις πιο ελκυστικές. «Υπάρχει χρόνος για αντιστροφή (της πολιτικής), αλλά όχι για πολύ», συμπλήρωσε.

«Ο χρηματοπιστωτικός κόσμος είναι πιο ασφαλής δέκα χρόνια μετά την κρίση, αλλά όχι πλήρως ασφαλής, ιδιαίτερα στην Ευρώπη», είπε, προσθέτοντας πως πολλοί συμφωνούν ότι υπάρχει ο κίνδυνος για μια νέα κρίση, παρόλο που δεν μπορούν να πουν πότε και πού θα εκδηλωθεί», κατάληξε.

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ