Τα πέντε «μαθήματα» της ποσοτικής χαλάρωσης

Του Στέφεν Σ. Ρόουτς*

Ο Νοέμβριος του 2018 σηματοδοτεί τη δέκατη επέτειο του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, αναμφισβήτητα το πιο τολμηρό πείραμα νομισματικής πολιτικής στην ιστορία των σύγχρονων κεντρικών τραπεζών. Ωστόσο, τι μάθαμε από αυτό;

Το πρώτο και σημαντικότερο μάθημα αφορά τη σύνδεση μεταξύ της πολιτικής της Fed και των δίδυμων στόχων της όσον αφορά τη μέγιστη απασχόληση και τη σταθερότητα των τιμών. Εδώ, η ετυμηγορία δεν είναι ξεκάθαρη. Ενώ ο πρώτος γύρος του QE αντιμετώπισε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2009, οι επόμενοι κύκλοι -QE2 και QE3- ήταν λιγότερο αποτελεσματικοί στο να τροφοδοτήσουν την ανάπτυξη.

Η Fed πίστεψε λανθασμένα ότι αυτό που λειτούργησε κατά τη διάρκεια της κρίσης θα λειτουργούσε εξίσου καλά και αργότερα.

Ένα δεύτερο μάθημα αφορά τον ρόλο του QE στην τόνωση των χρηματοοικονομικών «φουσκών». Επειδή η πλεονάζουσα ρευστότητα που δημιουργήθηκε από την επέκταση του ισολογισμού της Fed μεταφέρθηκε στις αγορές μετοχών και υποστήριξε την αγορά ομολόγων, ήταν η νομισματική πολιτική -και όχι τα οικονομικά θεμελιώδη- που διαμόρφωσαν τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων. Και ενώ οι Αμερικανοί καταναλωτές και οι ξένοι δανειολήπτες που χτυπήθηκαν από την κρίση χαιρέτισαν αρχικά αυτήν τη φόρμουλα, το αποτέλεσμα της Fed από το QE φαντάζει ιδιαίτερα οδυνηρό.

Το τρίτο μάθημα σχετίζεται με τις επιδράσεις του QE στην εισοδηματική ανισότητα. Σύμφωνα με το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου, σχεδόν όλη η αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών προ φόρων κατά τη διάρκεια της περιόδου του QE παρατηρήθηκε στην πρώτη δεκάδα της κατανομής εισοδήματος στις ΗΠΑ, όπου συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος των συμμετοχών σε μετοχές. Με άλλα λόγια, δεν είναι εφικτό να συμπεράνουμε ότι το QE επιδείνωσε τις ήδη σοβαρές ανισότητες εισοδήματος της Αμερικής.

Τέταρτον, οι αγορές σε κρατικούς τίτλους από τη Fed υπονόμευσαν τη δημοσιονομική πειθαρχία βάσει της αγοράς. Παρόλο που αυτό μπορεί να έχει μικρή σημασία, εφόσον τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, η εξάπλωση του ομοσπονδιακού χρέους γίνεται ιδιαίτερα προβληματική σε ένα κανονικό περιβάλλον νομισματικής πολιτικής όπου τα επιτόκια θα αυξηθούν.

Το πέμπτο και τελευταίο μάθημα αφορά τη διαφορά μεταξύ τακτικής και στρατηγικής. Ως δανειστής της έσχατης λύσης, η Fed αξίζει αναγνώρισης για την ανάσχεση της κρίσης που ξέσπασε το 2008 και το 2009.

Ωστόσο, η Fed διαδραμάτισε επίσης βασικό ρόλο στη διαμόρφωση του σκηνικού για την κρίση. Αυτό θέτει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Θέλουμε μια αντιδραστική κεντρική τράπεζα που επικεντρώνεται στο μάζεμα του χάους μετά την έκρηξη μιας κρίσης ή μια διορατική κεντρική τράπεζα που αντιτίθεται στις υπερβολές πριν ξεσπάσουν οι κρίσεις;

Μία δεκαετία έντονης συζήτησης σχετικά με το εάν πρέπει να «στηρίξουμε ή να καθαρίσουμε» έχει δείξει ότι δεν υπάρχει εύκολη λύση στο ερώτημα αυτό. Οι δεκαετείς επέτειοι είναι μια ευκαιρία για μεγάλο προβληματισμό και απολογισμό.

Μπορούμε σίγουρα να ελπίζουμε ότι οι συνθήκες δεν θα απαιτήσουν ποτέ άλλο ένα μη συμβατικό πείραμα πολιτικής όπως το QE. Όμως, αν ξεσπάσει μια νέα οικονομική κρίση, θα αποδώσει η επίγνωση αυτών που έχουμε -ή τουλάχιστον θα έπρεπε- να έχουμε μάθει.

* Ο Στέφεν Σ. Ρόουτς, υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Γέιλ και πρώην πρόεδρος της Morgan Stanley Asia, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου «Unbalanced: The Codependency of America and China».

Πηγή: naftmeporiki.gr

TAGS:
Print Friendly and PDF

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ